Η συζήτηση γύρω από τη δημοσκοπική τροχιά του ΠΑΣΟΚ και τη δυναμική του ως εν δυνάμει κυβερνητικής εναλλακτικής λύσης αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας. Παρά τη φθορά της κυβέρνησης, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει μια εικόνα σταθεροποίησης, χωρίς όμως τα χαρακτηριστικά μιας εκρηκτικής ανόδου που θα το καθιστούσαν αυτομάτως τον κυρίαρχο πόλο της αντιπολίτευσης.

Η Ακτινογραφία των Δημοσκοπήσεων: Μεταξύ 12% και 15%
Μια προσεκτική ματιά στο σύνολο των μετρήσεων των τελευταίων μηνών δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ κινείται σταθερά σε μια ζώνη πέριξ του 12% με 15%, με τις γνωστές μικρές αποκλίσεις ανάλογα με την εταιρεία.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι δημοσκοπήσεις δεν «αδικούν» το κόμμα, αλλά αποτυπώνουν την παρούσα, σύνθετη πολιτική εικόνα. Σήμερα, το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζεται μεν ως ένας σοβαρός και υπεύθυνος πολιτικός φορέας με υψηλή θεσμική αποδοχή, ωστόσο έρχεται αντιμέτωπο με μια χαμηλότερη ηγετική δυναμική, η οποία υπολείπεται του συνολικού εκλογικού «ταβανιού» του κόμματος. Παράλληλα, καταγράφεται μεγάλη δυσκολία στο να μετατραπεί η δεδομένη κοινωνική δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση σε θετική, συμπαγή μετακίνηση ψηφοφόρων προς τη Χαριλάου Τρικούπη.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς η υποεκτίμηση, αλλά το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει ακόμα να πείσει ένα κρίσιμο τμήμα του εκλογικού σώματος ότι αποτελεί τη φυσική και αυτονόητη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.

Υπάρχει «Κρυφή Ψήφος» για το ΠΑΣΟΚ;
Το ερώτημα για το αν υπάρχει μια υπόγεια δυναμική που δεν καταγράφεται στα τηλέφωνα των δημοσκόπων είναι εύλογο. Ιστορικά, στην Ελλάδα έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου κόμματα εμφάνισαν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά στην τελική κάλπη, όμως οι αποκλίσεις για τα μεγάλα κόμματα σπάνια είναι χαοτικές.

Με τα σημερινά δεδομένα που θέλουν το ΠΑΣΟΚ κοντά στο 13%-15%, μια δομική έκπληξη της τάξης του 22% με 25% –χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια ορατή, ραγδαία μεταβολή στο πολιτικό κλίμα της χώρας– θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη και πολιτικά μη ρεαλιστική.

Το Έλλειμμα Πρωθυπουργήσιμης Εικόνας στην Εποχή των Social Media
Το πραγματικό και βαθύτερο πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ δεν είναι το στεγνό ποσοστό, αλλά η πολιτική του σημειολογία. Στή σύγχρονη πολιτική σκηνή, όπου η εικόνα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυριαρχούν, οι ψηφοφόροι δεν αποφασίζουν πλέον με μοναδικό κριτήριο ένα καλογραμμένο πρόγραμμα. Αναζητούν τον ηγέτη που εκπέμπει έτοιμος να κυβερνήσει, που ελέγχει την ατζέντα της επικαιρότητας και που, κυρίως, δείχνει ότι «μπορεί να κερδίσει».

Μέχρι στιγμής, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει καταφέρει να εγκατασταθεί σταθερά στη δημόσια αντίληψη ως ο επόμενος εν δυνάμει Πρωθυπουργός. Το μεγάλο στοίχημα για τον ίδιο είναι το πότε και αν θα καταφέρει να μεταμορφωθεί στον σοβαρό, πειστικό εγγυητή της πολιτικής αλλαγής.

Η Στρατηγική της Πόλωσης από το Μαξίμου
Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, η στρατηγική του κυβερνητικού στρατοπέδου είναι ξεκάθαρη: επιδιώκει να επαναφέρει την πολιτική αντιπαράθεση στο επίπεδο των ηγετών και της έντονης πόλωσης. Προβάλλοντας το δίλημμα της σύγκρισης προσώπων, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ σε ένα νέο τεχνητό δίπολο.

Από την πλευρά του, το ΠΑΣΟΚ, φοβούμενο αυτή τη συμπίεση, επιλέγει συνειδητά να δώσει βάρος στις προγραμματικές του θέσεις, αποφεύγοντας μια αμιγώς προσωποκεντρική σύγκρουση. Ωστόσο, η πολιτική ιστορία δείχνει ότι το κενό της εξουσίας δεν μένει ποτέ αδειανό. Όποια πολιτική δύναμη –είτε από τις υφιστάμενες είτε από τις νέες που κυοφορούνται– καταφέρει να καλύψει αυτό το έλλειμμα ηγετικής και εναλλακτικής πειθούς, θα είναι εκείνη που τελικά θα μπορέσει να απειλήσει την κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Σχολιάστε